Dizionario Greco Antico - Italiano


Istruzioni:

Inserisci la parola da cercare senza accenti né spiriti. Per inserire i caratteri greci usa la tastiera che appare a destra della casella, oppure inserisci la trascrizione in caratteri latini usando questa tabella di traslitterazione.

TRASLITTERAZIONE CARATTERI GRECI
α = a
β = b
γ = g
δ = d
ε = e
ζ = z
η = h
θ = q
ι = i
κ = k
λ = l
μ = m
ν = n
ξ = x
ο = o
π = p
ρ = r
σ,ς = s
τ = t
υ = y
φ = f
χ = c
ψ = j
ω = w


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Hai problemi con i font greci? CLICCA QUI
Β, β [-, το] Βακχεύσιμος [-ον]
βᾶ [abbr.] Βάκχευσις [-εως, ἡ]
βαβαί [int.] Βακχεύω [v.]
βαβαιάξ [int.] Βάκχη [-ης, ἡ]
βαβαυσοποιία [-ας, ἡ] Βακχιάδαι [-ῶν, οἱ]
βαβύκα [-ας, ἡ] Βακχιάζω [v.]
Βαβυλών [-ῶνος, ἡ] Βακχικός [-ή, -όν]
Βαβυλωνία [-ας, ἡ] βακχικῶς [avv.]
Βαβυλώνιος [-α, -ον] Βάκχιος [-α, -ον]
βάδην [avv.] Βακχίς [-ιδος, ἡ]
βάδισις [-εως, ἡ] Βακχιώτης [-ου, ὁ]
βάδισμα [-ατος, τό] Βάκχος [-ου, ὁ]
βαδισμός [-οῦ, ὁ] Βακχυλίδης [-ου, ὁ]
βαδιστέον [agg.] Βακίς [-ίδος, ὁ]
βαδιστής [-οῦ, ὁ] Βακίζω [v.]
βαδιστικός [-ή, -όν] βάκλα [-ων, τά]
βαδίζω [v.] βακτηρία [-ας, ἡ]
βάδος [-ου, ὁ] βακτήριον [-ου, τό]
βαφεύς [-έως, ὁ] Βάκτρα [-ων, τά]
βαφή [-ῆς, ἡ] βάκτρευμα [-ατος, τό]
βαφική [ἡ] Βακτρία [-ας, ἡ]
βαφικός [-ή, -όν] Βακτριανός [-ή, -όν]
Βάγα [ἡ] Βάκτριος [-α, -ον]
βάγμα [-ατος, τό] βάκτρον [-ου, τό]
Βαγράδας [-α, ὁ] βαλανάγρα [-ας, ἡ]
βαιά [avv.] βαλανεῖον [-ου, τό]
βαίνω fut. βήσομαι, dor. βασεῦμαι, aor. ἔβην, prf. βέβηκα, colle forme sincop. βεβάασιν, βεβᾶσι, Inf. βεβάναι e epic. βεβάμεν, Partic. βεβαῶς, βεβαυῖα, contr. βεβώς, βεβῶσα βαλανεύς [-έως, ὁ]
βάϊον [-ου, τό] βαλανευτική [ἡ]
βαιόν [avv.] βαλανευτικός [-ή, -όν]
βαιός [-ά, -όν] βαλανεύω [v.]
βαίτη [-ης, ἡ] βαλανηφάγος [-ον]
Βακχάω [v.] βαλανηφόρος [-ον]
Βακχέβακχον βαλανίζω [v.]
Βακχεία [-ας, ἡ] Βάλανος [-ου, ὁ]
Βακχειοχόρειος [-ου, ὁ] Βάλανος [-ου, ἡ]
Βακχεῖον [-ου, τό] βαλανόω [v.]
Βακχεῖον [-ου, τό] βαλάντιον, βαλλάντιον [-ου, τό]
Βακχεῖος, Βάκχειος [-α, -ον] βαλ(λ)αντιοτομέω [v.]
Βάκχευμα [-ατος, τό] βαλ(λ)αντιοτόμος [-ου, ὁ]
Βακχεύς [-έως, ὁ] βαλβίς [-ῖδος, ἡ]

Pagina precedentePagina successiva

Sfoglia il dizionario greco italiano a partire da:



---CACHE---